Το φάλτσο μικρόφωνο
Μια αφήγηση για φίλους, φίρμες, φήμες κι έναν φόνο
Ελένη Φυσέκη
Εκδόσεις «Πικραμένος», 2017
376σ.· 14x23,5εκ.
ISBN 978-960-6628-91-7
Βιβλιοδεσία/Εξώφυλλο: Μαλακό
€ 15,00  Αγορά  





Ο Νίκος, πρώην ροκάς και νυν επαγγελματίας ηχολήπτης, έχει αποχαιρετήσει ειρηνικά και προ πολλού και τις ροκ μπάντες και τη θητεία του στο sex ’n’ drugs and rock ’n’ roll. Έχει συμβιβαστεί στωικά με τον ρεαλισμό της εγχώριας πραγματικότητας που υπαγορεύει πως η μόνη πιθανότητα να ζήσει σήμερα κάποιος από τη μουσική είναι να έχει μπουζούκια

στην ορχήστρα. Στην εποχή της κρίσης οι ένδοξες νύχτες έχουν παρέλθει. Άλλη μια σεζόν με δουλειά δεν είναι λίγη ακόμη και για τις μεγάλες πίστες.

Όταν ο τραγουδιστής–φίρμα κλείνει την ανοιξιάτικη σεζόν σε μαγαζί της Θεσσαλονίκης, το αθηναϊκό σχήμα μαζί με τον Νίκο ξεκινούν πρόβες και εμφανίσεις στη συμπρωτεύουσα.

Ωστόσο, η απρόοπτη και μυστηριώδης εξαφάνιση του Τάκη, βασικού κιθαρίστα της ορχήστρας, θα αναστατώσει όλους τους μουσικούς αλλά κυρίως τον κολλητό του φίλο Νίκο. Έτσι ο Νίκος, όσο και αν θέλει να δηλώνει πως το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να παίζει μουσική και να ρυθμίζει ηχεία και μικρόφωνα, θα κληθεί να εκτελέσει κακήν κακώς και τον ρόλο του ντετέκτιβ…

Ένας άφαντος φίλος και πολλές φήμες υφέρπουσες, ένα σμάρι βασιλιάδες και πεταλουδίτσες της νύχτας, ταλαντούχοι και ατάλαντοι, με απωθημένα ή χωρίς, ριγμένοι στο νταραβέρι γύρω από το σουξέ και τη μεγάλη φίρμα —μια ανταπόκριση σε νουάρ απόχρωση από τα παρασκήνια της πίστας.



Ομιλία της Μιράντας Βατικιώτη, συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων:
Παρουσίαση Το Φάλτσο Μικρόφωνο, Αθήνα 25.10.2017

Θα ξεκινήσω μιλώντας σας για μία παράδοση που υπάρχει στις παρουσιάσεις βιβλίων: να πηγαίνει ο συγγραφέας για μαλλί και φεύγει κουρεμένος. Τι εννοώ: Ένας φίλος συγγραφέας μού έλεγε πως ο βασικός ομιλητής της παρουσίασής του μίλησε γενικώς για τη λογοτεχνία, και για το βιβλίο που παρουσιαζόταν εκείνη τη βραδιά έκανε μόνο μια μικρή αναφορά, τύπου νύξη. Μια άλλη φίλη μού είπε πως στην παρουσίασή της ο ομιλητής μεταξύ άλλων έθαψε το βιβλίο της. Τα παραδείγματα είναι πολλά και επειδή εγώ προσωπικά, πέρα από παραδοσιακός τύπος, εμπνέομαι κι από κάτι τέτοια, αποφάσισα να κάνω το δεύτερο, δηλαδή να θάψω τη Φυσέκη.

Λοιπόν. Καταρχάς, τι γλώσσα είναι αυτή! Επί 4 ολόκληρες μέρες —παρότι μεγάλο βιβλίο, τόσο μου πήρε να το διαβάσω, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση— το μόνο που διάβαζα ήταν... καριόλες, μουνιά, ξέκωλα, μαλάκες παντού, λιωμίδης. Ναι, λιωμίδης. Στη σελίδα 167, για να μην νομίζετε πως τα βγάζω απ’ το μυαλό μου.

Έπειτα! Προκειμένου να παραστώ ευπρεπώς σ’ αυτήν εδώ την παρουσίαση, έχω κάτσει κι έχω διαβάσει τόνους θεωρίας περί αστυνομικής λογοτεχνίας, για να διαβάσω στη συνέχεια το Φάλτσο Μικρόφωνο και να συνειδητοποιήσω ότι τζάμπα ταλαιπωρήθηκα. Η Φυσέκη την έχει χεσμένη τη σχετική βιβλιογραφία και γράφει ό,τι της κατέβει.

Επίσης! Ήμουν τις προάλλες σε ένα καφέ και διάβαζα το Φάλτσο Μικρόφωνο. Έρχεται ένας φίλος – τεχνικός θεάτρου, φωτιστής για την ακρίβεια – κοιτάζει το βιβλίο, το παίρνει στα χέρια του, «ωραίο εξώφυλλο» σχολιάζει και με ρωτάει με ενδιαφέρον «τι λέει;» Ξεκινάω πρόλογο εγώ, «αστυνομικό είναι, εκτυλίσσεται στα μπουζούκια» του λέω «κι είναι με έναν πρώην ροκά μουσικό νυν ηχολήπτη που δουλεύει σε πίστες...» Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω. Άφησε κάτω το βιβλίο έντρομος. «Παναγία μου» είπε «έχω δουλέψει σε μπουζούκια, θέλω να ξεχάσω!»

Ε, λοιπόν, αυτή η σκηνή με τον φωτιστή φίλο, ήταν σπουδαία. Γιατί κάπως έτσι κατά τη γνώμη μου ζωντανεύουν τα βιβλία. Κάπως έτσι η λογοτεχνία εγγράφεται μέσα μας. Όταν αυτό που παρουσιάζεται δισδιάστατο πάνω στο χαρτί, καταφέρνει να γίνει ανάγλυφο στη μνήμη μας. Όταν η συγγραφέας προκαλεί αντιδράσεις όχι μόνο από ένα εξώφυλλο και μια αναφορά στη θεματολογία του περιεχόμενου, αλλά όταν κι εσύ που το διαβάζεις καταλαβαίνεις πως έχει πιάσει μια άκρη ακριβείας. Όταν όλο αυτό το υπαρξιακό δράμα του αφηγητή το συναντάς στην πραγματική ζωή, έστω και φευγαλέα. Ένα δράμα, καθόλου μελό, καθόλου ελαφρύ ούτε ξώφαλτσο, το οποίο πέφτει πάνω σου με φόρα —ξαφνικά, απροειδοποίητα. Γιατί χωρίς όλες αυτές τις καριόλες, τους μαλάκες, τους λιωμίδηδες και τις λοιπές λέξεις, δεν θα είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την ποιητική ικανότητα της Φυσέκη. Η αντίθεση δεν είναι εύκολο πράγμα και θέλει έμπειρο ενορχηστρωτή για να πετύχει το στόχο της. Άνετα θα παρομοίαζα την Φυσέκη με ενορχηστρωτή. Βρήκα υπέροχη την όλη σύνθεση και τις εναλλαγές της γλώσσας, σε προσεγμένες δόσεις, έτσι ώστε να δημιουργήσει έναν ζουμερό ρυθμό. Εξ ου και οι 4 μέρες που διήρκεσε η ανάγνωση: ο ρυθμός μάς συντονίζει κι άπαξ και συντονιστείς δεν μπορείς να εγκαταλείψεις το έργο τέχνης προτού να σε εγκαταλείψει εκείνο με το φινάλε του.

Πέρα απ’ αυτό, η γλώσσα που χρησιμοποιεί ζωντανεύει έναν ολόκληρο κόσμο: αυτόν των μπουζουκιών. Είναι λες και η Φυσέκη δεν έχει αφήσει καμία λέξη χαρακτηριστική να πάει χαμένη και, επιπλέον, στο ζωντάνεμα αυτού του σύμπαντος των λαϊκών πιστών, κατ’ εμέ, συνωμοτεί και η προφορικότητα του λόγου της. Μεγάλο στοίχημα αυτό — κερδισμένο απόλυτα στο Φάλτσο Μικρόφωνο! Γιατί η προφορικότητα και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον η διαρκής συνέπεια αυτής της τεχνικής επί ένα σωρό σελίδες!

Επίσης, πέρα από τη γλώσσα, είναι και όλες αυτές οι μικρές αυτοτελείς ιστορίες διάσπαρτες, να διανθίζουν τη ραχοκοκαλιά της κεντρικής πλοκής. Μικρά σφηνάκια, θα τις ονόμαζα, από έναν βιότοπο που η συγγραφέας όχι μόνο φαίνεται να έχει γνωρίσει από μέσα, αλλά και να έχει κατανοήσει σχεδόν σε ανθρωπολογικό επίπεδο. Την κλεφτή ματιά στα μπουζούκια που μου επέτρεψε η Φυσέκη τη βρήκα απολαυστική! Θα πρότεινα να μεταφραστεί το βιβλίο στα αγγλικά — η πληροφορία που μάς δίνεται πιστεύω πως θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον για κάποιον που πολιτισμικά δεν έχει την παραμικρή ιδέα.

Αφήνω τώρα τα μπουζούκια, και πάω στο άλλο φλέγον ζήτημα. Βάσει βιβλιογραφίας, η Φυσέκη τα έχει κάνει όλα λάθος! Μην εκπλαγείτε, εάν μετά από χρόνια λένε πως σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο, κάθε φορά που η Φυσέκη γράφει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα πέντε θεωρητικοί της αστυνομικής λογοτεχνίας πεθαίνουν. Πρώτον, ενώ το εξώφυλλο μάς υπόσχεται έναν φόνο, σε αντίθεση με την κλασική δομή του αστυνομικού, όχι μόνο δεν ξεκινάμε με την εύρεση του πτώματος, αλλά ούτε καν με μια αναφορά στο φόνο. Τίποτα. Αυτός ο φόνος είναι φάντασμα. Στοιχειώνει ολόκληρο το βιβλίο και τον αναγνώστη μαζί! Ο φόνος διαρκώς μάς ξεγλιστρά και αυτό καταφέρνει να χτίσει μια αγωνία συναρπαστική. Συναρπαστική, γιατί είναι ανοίκεια. Έχουμε συνηθίσει να ξεκινάμε είτε από το πτώμα είτε από το δολοφόνο. Η Φυσέκη δεν μας δίνει τίποτα. Μας πάει από άλλη πόρτα, μας ξεβολεύει. Και το κάνει πολύ καλά. Το άλλο που κάνει είναι που μας δίνει μεν έναν ντετέκτιβ, το Νίκο το ροκά, αλλά πολύ γρήγορα μάς τον παίρνει πίσω. Εντάξει, μην μου δώσεις πτώμα, αλλά δώσε κάτι. Όχι. Πάνω που πας να νιώσεις μια σχετική ασφάλεια σε σχέση με τα συστατικά δομικά υλικά του βιβλίου, έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν ντετέκτιβ άκρως ερασιτέχνη! Και τι δεν κάνει αυτός ο τύπος! Αυτοσχέδιες ανακρίσεις, αναλαμβάνει ρόλο ολόκληρης ομάδας σήμανσης, κλείνει βρόμικες συμφωνίες με τον υπόκοσμο και μετά δεν τις τηρεί, κάνει αστυνομική έρευνα και αναθέτει και σε άλλους να κάνουν έρευνα για λογαριασμό του, έχει και βοηθό, τη νηφάλια και προσγειωμένη Ζωή, η οποία κάνει και κρυφή παρακολούθηση σε κάποιο επεισόδιο. Είναι όλα στο μεταίχμιο. Μας τον δίνει και μας τον παίρνει διαρκώς. Ειλικρινά, δεν ξέρω ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια, αλλά θα ήθελα πάρα πολύ να τον δω να λύνει κι άλλη υπόθεση! Ήταν απολαυστικός ο τρόπος του να χειρίζεται με τρόπο παραβατικό όλους τους κανόνες και τις φόρμες της κλασικής μεθόδου εξιχνίασης εγκλήματος. Βέβαια, ο ίδιος από την πρώτη κιόλας σελίδα εξηγεί πως δεν είναι ο άνθρωπος που ψάχνουμε. Στο Φάλτσο Μικρόφωνο έκανα κάτι που δεν έχω ξανακάνει: με το που διάβασα και την τελευταία σελίδα γύρισα στην αρχή και ξαναδιάβασα την πρώτη. Χαμογέλασα.

Αλλά θα σταματήσω να μιλάω. Φοβάμαι μην μου ξεφύγει κανένα spoiler και, πραγματικά, η αγωνία είναι χτισμένη τόσο καλά, που θα ήταν κρίμα να τη στερηθεί όποιος ή όποια δεν το έχει διαβάσει ακόμα. Για μένα είναι ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, με άριστη χρήση της φόρμας του αστυνομικού είτε αυτή τηρείται είτε αυτή απορρίπτεται. Θα ευχηθώ να γράφει ήδη το επόμενο βιβλίο της και θα παρακαλέσω να κάνει τα ίδια και χειρότερα. Κι επίσης θα της δώσω το Όσκαρ Α΄ Αντρικού Ρόλου γιατί, εγώ προσωπικά, ως θεατρολόγος, βρήκα άριστη την υποκριτική και την ερμηνεία του ρόλου του Νίκου του ροκά.

Ευχαριστώ!