Οι εκδόσεις Γιάννης Πικραμένος
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Μόσχου
Η Πάτρα στην Κατοχή και στην Αντίσταση
Την Παρασκευή 17 Μαΐου και ώρα 20.30
στην Αγορά Αργύρη (Αγίου Ανδρέου και Αράτου).

Θα μιλήσουν για το βιβλίο οι
Βασίλης Χατζηλάμπρου, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ
Παντελής Κυπριανός, Καθηγητής, Αναπλ. Πρύτανη Πανεπιστημίου Πατρών
Βασιλική Λάζου, Δρ Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Συντονίζει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Χωρίτος
Χαιρετίζει ο Γιάννης Δημαράς, Δήμαρχος Πατρέων


ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ




Το βιβλίο του Γιώργου Μόσχου είναι μια μαρτυρία και συνάμα ένα μνημόσυνο. Μια μαρτυρία για μια εποχή που η Ελλάδα αιμορραγούσε, βιώνοντας την σκλαβιά και τον θάνατο για ακόμα μια φορά στην πορεία της στους αιώνες. Ταυτόχρονα, είναι ένα μνημόσυνο γι αυτούς που θυσιάστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας, όπως έκαναν πάντα οι Έλληνες και οι Ελληνίδες σε παρόμοιες περιπτώσεις. Αγώνες, ηρωικές πράξεις, θυσίες, εκτελέσεις, αλλά και προδοσίες, σκύψιμο του κεφαλιού, μικρές και μεγάλες προσωπικές ιστορίες παρουσιάζονται με γλαφυρό τρόπο από τον συγγραφέα. Ο σκοπός προφανής. Όχι στη λήθη. Ανάγκη να τα θυμόμαστε όλα!

Ο Γιώργος Μόσχος σχεδόν κραυγάζει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του «Η Πάτρα στην Κατοχή και στην Αντίσταση». Ιστορίες φυλακισμένων στα φοβερά στρατόπεδα Λυμπερόπουλου, Αρόης και στις φυλακές Μαργαρίτη. Ανασύρει λεπτομέρειες, μιλά σχεδόν μυθιστορηματικά για τους νέους και τις νέες που πάλευαν να ξαναδώσουν την ελπίδα στον σκλαβωμένο λαό, όπως στην περίπτωση της 25ης Μαρτίου 1942, που δυο νέα παιδιά πέταξαν προκηρύξεις στην Μητρόπολη Πατρών οι οποίες έγραφαν «εμπρός παιδιά με μια καρδιά για την πατρίδα και την λευτεριά».

Σε μια εποχή κρίσης και παρακμής, όπου η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή για τους νέους ξεθωριάζει, τέτοια βιβλία είναι χρήσιμα κι επίκαιρα κι ας γράφτηκαν για πράγματα που συνέβησαν πολλά χρόνια πριν. Ξαναθυμίζουν ότι υπήρξαν εποχές μαύρες, σκληρές, όπου η σκλαβιά, η δυστυχία και ο θάνατος σκέπαζαν την πατρίδα. Κι όμως η πίστη σε αξίες και ιδανικά έδινε το κουράγιο και την δύναμη σε αποφασισμένους ανθρώπους, αψηφώντας τον ίδιο τον κίνδυνο του θανάτου, να παλέψουν γι αυτές τις αξίες και τα ιδανικά, για μια ανθρώπινη, δίκαιη και ειρηνική κοινωνία. Έτσι και σήμερα πρέπει πάλι να παλέψουμε για την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, μιας δίκαιης και ανθρώπινης κοινωνίας με πίστη και αυταπάρνηση.

Σταύρος Α. Κουμπιάς τ. Πρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών



Φωνάζει ένας: «Σαν να άκουσα μέσα στο γραφείο αλυσίδες». «Σε λίγο θα βγει ο ήλιος» λέει ένας άλλος. Ανοίγει επιτέλους η πόρτα και μπαίνουν στην αρχή του θαλάμου ένας αξιωματικός των Ες Ες, δύο Γερμανοί, ο λοχίας και ένας διερμηνέας, ο οποίος λέει: «Όποιος ακούσει το όνομά του να περάσει μέσα στο γραφείο». Αρχίζουν, απ’ ό,τι θυμάμαι, Γιώργος Μαντέλης, Νίκος Πολυμερόπουλος, Δημήτριος Πολυδωρόπουλος, Χρήστος Πολυδωρόπουλος (πρώτα ξαδέλφια). Μέσα στο γραφείο τρεις τρεις τους έβαζαν στα χέρια τις αλυσίδες. Ένας στη μέση και από δεξιά κι αριστερά τους έδεναν και τους έβαζαν στα φορτηγά με τέντες. Τους οδήγησαν εκεί και ένας αξιωματικός τους λέει διαβάζοντας, ότι «εμείς ήλθαμε σαν φίλοι, εσείς καθημερινά μας σκοτώνετε. Αυτή η απόφαση δεν είναι σημερινή, είναι παλιά. Είχαμε στείλει τα ονόματά σας για αμνηστία στην Μεραρχία. Δυστυχώς δεν έγινε τίποτα, λυπούμαστε αλλά εσείς οι 30 θα εκτελεστείτε. Έχετε να πείτε τίποτα;» Και τότε αρχίζει ο Γαμβέτας να τραγουδάει δυνατά, «σε γνωρίζω από την κόψη…». Τον ακούγαμε βουβά. Απόλυτη, νεκρική σιγή.

Απότομα θόρυβος, ανοίγει η πόρτα και σπρώχνουν μέσα τον Δημήτρη Πολυδωρόπουλο, μπρούμυτα. Όλοι επάνω του. «Τι έγινε ρε Μήτσο; Πες μας». «Παιδιά, αδέλφια μου, λίγο νερό, πνίγομαι. Αχ τι είδανε τα μάτια μου». Και μας έλεγε αυτά που σας λέγω εγώ. Άξαφνα ξανανοίγει η πόρτα, μπαίνουν οι Γερμανοί. Είχανε κάνει λάθος στο μέτρημα γιατί διάβασαν δυο φορές Πολυδωρόπουλος. Μπερδεύτηκαν, ήταν ξαδέλφια. Τον ξαναπήραν, τον πήγαν στον τόπο και για δεύτερη φορά εκτελέστηκε. Εάν δεν είχε γίνει το λάθος δεν θα ξέραμε τις λεπτομέρειες της τραγικής αυτής εκτέλεσης. Πού βρέθηκε αυτή η ψυχή; Όλοι σκυμμένοι όταν άκουγαν το όνομά τους έλεγαν, «μην πεις στη μάνα μου ότι εκτελέστηκα» άλλος στην αδελφή, άλλος στη γυναίκα του, τα παιδιά. Όλοι αυτό έλεγαν «μην πείτε τίποτα, πέστε ότι μας πήραν ομήρους εργάτες στη Γερμανία». Και ξαφνικά, όταν έφτασαν μπροστά στο μεγάλο τάφο αλυσοδεμένοι, φούντωσε μέσα τους αυτό που λέγεται ιδέα, πατρίδα. Όχι ορέ, δεν σας φοβόμαστε, είμαστε πατριώτες πολεμιστές για την πατρίδα μας. Ζήτω η Ελλάδα, «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή»

Αφήγηση του Γιώργου Πορευόπουλου